προστρίβω
À définir.
Informations :
Apparaît dans :
Item / Fichier | Occurrence | Contexte |
F44R_17 | [...] · προσμέμικται δὲ τὶ τινὶ ἤ(γουν) ἠνώθη καὶ ἥψατο· ἢ προσεκολλήθη ἁψάμενον καθὸ λέγεται τὸ προστρίβεσθαι μῶμον· ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν παρατριβομένων τοίχω ἢ τοιούτῳ τινὶ, καὶ ῥύπον ἐκεῖθεν προσλαμβανόντων· καὶ |